ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΘΕΡΜΟΜΟΝΩΣΗ: ΣΗΜΕΙΑ ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΡΟΣΟΧΗ

24 Νοεμβρίου, 2014
ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΘΕΡΜΟΜΟΝΩΣΗ: ΣΗΜΕΙΑ ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΡΟΣΟΧΗ
 Το σύστημα εξωτερικής θερμομόνωσης αποτελεί αναμφίβολα, μαζί με τη θερμομόνωση του δώματος, τον ιδανικό τρόπο ενεργειακής αναβάθμισης του κτηρίου και προστασίας του περιβάλλοντος.  Όλοι οι επαγγελματίες του κλάδου έχουν μεριστεί την ευχαρίστηση του πελάτη τους για την αλλαγή που βιώνει μετά την εφαρμογή τέτοιων συστημάτων στο κτήριό του. Αλλαγή όχι μόνο στη θερμική άνεση αλλά και στις δαπάνες θέρμανσης ή ψύξης. Αυτός είναι ο λόγος άλλωστε που η εξωτερική θερμομόνωση έχει γίνει πλέον τόσο δημοφιλής. 
 Υπάρχουν όμως σημεία τα οποία πρέπει να προσέξουν οι επαγγελματίες του κλάδου, οι μηχανικοί αλλά και οι ιδιώτες, καθώς απ’ αυτά μπορεί να προκύψουν κίνδυνοι για την ασφάλεια του κτηρίου αλλά και των ενοίκων του.
Αυτά είναι:
1) Η εξωτερική θερμομόνωση ως γνωστόν καλύπτει πλήρως τους εξωτερικούς τοίχους του κτηρίου. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε βλάβη στα υποστυλώματα ή στις δοκούς αλλά και στους τοίχους του κτηρίου που δεν έγινε αντιληπτή, θα παραμείνει αόρατη και πιθανότατα θα επιδεινώνεται. Τέτοιες βλάβες μπορεί να είναι;
 α. Ενανθρακώσεις στα στοιχεία του σκυροδέματος και μάλιστα σε μεγάλο βάθος ή ακόμη και «εκτινάξεις» του σκυροδέματος από την διόγκωση του χαλύβδινου οπλισμού του που προκαλείται από την οξείδωσή του. Οι εκτινάξεις αυτές πολλές φορές ξεφεύγουν από την αντίληψή μας, γιατί είτε καλύπτονται από κάποιο επίχρισμα (το οποίο έχει απλά αποκολληθεί-«κουφώσει» αλλά δεν έχει εμφανίσει ρωγμές) είτε άλλοτε έχει εμφανίσει ρωγμές (τις οποίες όμως δε διαθέτουμε τη γνώση ή την εμπειρία να τις αναγνωρίσουμε αλλά και γιατί ίσως δεν κατανοούμε τη σοβαρότητά τους). 
 Γι’ αυτό σε κάθε περίπτωση πριν από την  έναρξη των εργασιών εξωτερικής θερμομόνωσης πρέπει να εκτελείται έλεγχος για να διαπιστωθεί:
 
αν υπάρχει ενανθράκωση,
το βάθος διείσδυσης της ενανθράκωσης και η ταχύτητα διείσδυσής της. 
 Ο έλεγχος γίνεται με τις εξής τρεις ενέργειες: 
Πρώτον: ελέγχουμε για τυχόν εκτινάξεις του σκυροδέματος χτυπώντας με ένα σφυράκι τις επιφάνειές του έστω και αν δεν είναι εμφανείς (καλύπτονται δηλαδή από κάποιο επίχρισμα). Αν ο ήχος από την κρούση υποδηλώνει ότι το πίσω στοιχείο είναι συμπαγές είναι δεδομένο ότι δεν έχουμε εκτινάξεις σ’ αυτό το στοιχείο. Αν ο ήχος ακούγεται υπόκωφος, τότε πιθανότατα έχουμε εκτίναξη του σκυροδέματος από ενανθράκωση ή τουλάχιστον αποκόλληση το επιχρίσματος. Όπως και να ‘χει όμως, υπάρχει βλάβη που πρέπει να αποκατασταθεί πριν τις εργασίες της εξωτερικής θερμομόνωσης. Προσοχή όμως αν ο ήχος ακούγεται υπόκωφος σε όλα τα στοιχεία σκυροδέματος (υποστυλώματα και δοκούς) είναι φανερό ότι δεν έχουμε εκτίναξή του από ενανθράκωση αλλά ότι τα στοιχεία αυτά είναι θερμομονωμένα από την κατασκευή τους. Με μία μικρή τομή άλλωστε αυτό μπορεί να βεβαιωθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση το πιθανότερο είναι ότι η ενανθράκωση δεν έχει φτάσει σε ανησυχητικό βάθος στο σκυρόδεμα, καθώς το τελευταίο προστατεύεται από το θερμομονωτικό υλικό.
 
Δεύτερον: ελέγχουμε το βάθος της ενανθράκωσης στο σκυρόδεμα με τη χρήση αλκοολούχου διαλύματος φαινολοφθαλεΐνης, αφού προηγουμένως ασφαλώς έχουμε αφαιρέσει το χρώμα προστασίας ή το επίχρισμά του. Αν το χρώμα παραμείνει το ίδιο τότε έχουμε ενανθράκωση. Αν πάρει μια φούξια απόχρωση τότε είναι υγιές. Όσο βλέπουμε διαφανή απόχρωση πρέπει να σκάψουμε ώστε να βρούμε το βάθος διείσδυσης της ενανθράκωσης. Δεν εξαρτάται το κρίσιμο βάθος διείσδυσης τόσο από τα  mm ή cm μετρούμενα από την επιφάνεια του σκυροδέματος. Το κρίσιμο βάθος εξαρτάται από το πάχος επικάλυψης του οπλισμού και σ’ αυτή την περίπτωση δεν πρέπει να φτάσει σε απόσταση 5mm από τον οπλισμό καθώς τότε, ο τελευταίος αρχίζει να οξειδώνεται. Σε κάθε περίπτωση και για να έχουμε ένα επαρκές στατιστικό δείγμα οι τομές δεν γίνονται σε ένα σημείο αλλά σε τόσα ώστε να διασφαλίζεται ένας ικανός πληθυσμός (πχ 9 ή 15.) Ως εάν δηλαδή ενεργούσαμε πυρηνοληψίες με βάση τον ΚΑΝΕΠΕ.
  Εξαρτάται όμως και από την ταχύτητα διείσδυσης της ενανθράκωσης, η οποία υπολογίζεται από το βάθος διείσδυσης προς την ηλικία του κτηρίου. (Αυτό το τελευταίο είναι πολύ γενικό, καθώς σειρά παραγόντων όπως η βαφή ή επαναβαφή της επιφάνειας, τι είδους βαφή, το επίχρισμα κλπ, αποτελούν παραμέτρους που πρέπει κάποιος να λάβει υπόψη του. Σε γενικές όμως γραμμές ισχύει ο λόγος βάθος διείσδυσης προς την ηλικία του κτηρίου).

Κατά συνέπεια πρέπει να εντοπιστεί με όσο γίνεται μεγαλύτερη ακρίβεια τόσο η εναπομένουσα μη ενανθρακωμένη ζώνη μέχρι το κρίσιμο βάθος των 5mm από τον οπλισμό, όσο και η νέα ταχύτητα διείσδυσης μετά την εφαρμογή του συστήματος εξωτερικής θερμομόνωσης.
Αυτό είναι κάτι που έπρεπε να δίνεται κανονικά από τις εταιρείες που πουλούν τα συστήματα εξωτερικής θερμομόνωσης και μάλιστα πιστοποιημένο, δηλαδή να εγγράφεται στα τεχνικά χαρακτηριστικά του συστήματος.
 
Τρίτον: Αν το κτήριο βρίσκεται σε παραθαλάσσιο περιβάλλον (ευθεία απόσταση από θάλασσα μικρότερη από 1.600 μ) τα στοιχεία σκυροδέματος (και ειδικά αυτά που βρίσκονται με μέτωπο προς τη θάλασσα) πρέπει να ελεγχθούν για χλωριόντα καθώς και για το βάθος διείσδυσής τους.  Τα χλωριόντα ως γνωστόν είναι εξαιρετικά καταστροφικά για τον χαλύβδινο οπλισμό και δεν επιλύονται με αποκατάσταση του σκυροδέματος χρησιμοποιώντας επισκευαστικά κονιάματα. Η μέθοδος ελέγχου γίνεται είτε σε εργαστήριο  είτε με τη χρήση ειδικού χημικού κιτ στο οποίο διαλύουμε τη σκόνη από οπές ελεγχόμενου βάθους που ανοίγουμε με τρυπάνι στο σκυρόδεμα και ελέγχουμε την ένδειξη της ποσότητας των χλωριόντων. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 0,024% κατά βάρος σκυροδέματος ή το 0,40% κατά βάρος τσιμέντου.
 
β. Ρωγμές και διαχωρισμοί στο σκυρόδεμα από ελλειπή συμπύκνωση ή λάθος- μεγάλο ύψος χύτευσης- κατά την κατασκευή. Αυτά δυστυχώς είναι φανερά μόνο όταν έχουμε εμφανές σκυρόδεμα, διαφορετικά το επίχρισμα δεν επιτρέπει να τα δούμε. Πάντως σε κάθε περίπτωση οι ρωγμές πρέπει να ελεγχθούν  και ταξινομηθούν με βάση τον ΕΛΟΤ ΕΝ 1504, για το αν είναι ενεργές ή παθητικές και αναλόγως, με βάση πάντα τον κανονισμό, να επισκευάζονται. Επισκευαστέες θεωρούνται εκείνες που έχουν μεγαλύτερο πλάτος από 0,3 mm.
 
γ. Ρωγμές και αποκολλήσεις στους τοίχους του κτηρίου. Διαγώνιες ή χιαστί ρωγμές σε οπτοπλινθοδομή μαρτυρούν, πιθανότατα, βλάβη από σεισμική καταπόνηση. Οριζόντιοι και κάθετοι αρμοί στην περίμετρο μαρτυρούν αποκόλληση της δομής από τις δοκούς και τα υποστυλώματα (είτε από σεισμό είτε από συρρίκνωση λόγω αφυδάτωσης του κονιάματος σύνδεσης της οπτοπλινθοδομής). Τόσο οι ρωγμές όσο και οι αρμοί πρέπει να επισκευαστούν με σκάψιμό τους και εφαρμογή επισκευαστικού μη συρρικνούμενου κονιάματος (R2 κατά προτίμηση ή R3 το πολύ). Η ορθότερη λύση είναι η τσιμεντένεση, αλλά επειδή απαιτείται να μην είναι διπλός ο τοίχος (κάτι σπάνιο για τις κατοικίες των τελευταίων 40 ετών) ώστε να μπορεί να γίνει φραγή του τσιμεντενέματος από την πίσω όψη της δομής (προκειμένου να μην διαφεύγει ανεξέλεγκτα εκτός της ρωγμής) αυτό είναι σχεδόν αδύνατον. 
 
 Αν ο τοίχος είναι από λιθοδομή τότε επιλέγουμε τις τσιμεντενέσεις για τους αρμούς και τις ρωγμές και επιπλέον για ρωγμές (που δεν αφορούν την περίμετρο) προτείνεται και δέσιμο –«ράψιμο» της ρωγμής. Το τελευταίο μπορεί να γίνει με αρκετούς τρόπους. 
 Σε περίπτωση που οι τοίχοι έχουν χτισθεί με τσιμεντόλιθους η τσιμεντένεση είναι εφικτή και ασφαλώς και άλλες μέθοδοι όπως η χρήση FRP, για την ενίσχυσή τους.
2) Σωλήνες φυσικού αερίου  δεν πρέπει να εγκιβωτίζονται μέσα στην θερμομόνωση και σε κάθε περίπτωση να είναι ορατοί και επισκέψιμοι.
3) Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το καλώδιο του ηλεκτρικού ρεύματος που δίνει ρεύμα στο κτήριο από το δίκτυο του παρόχου (ΔΕΗ εν προκειμένω). Απαγορεύεται η αποκαθήλωσή του από τη θέση του από κάποιο τεχνικό μόνωσης ή ακόμη και η μεταφορά του πάνω από την περατωμένη εξωτερική θερμομόνωση. Τόσο η αποκαθήλωση του καλωδίου όσο και η αναστήριξή του μετά την εξωτερική θερμομόνωση μπορεί να γίνει μόνο από συνεργείο του παρόχου του ηλεκτρ. ρεύματος, ασφαλώς με προηγούμενη ενημέρωσή του.
4) Κατά την κατασκευή μιας εξωτερικής θερμομόνωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη για πυροφραγές.  Οι πυροφραγές είναι οριζόντιες ζώνες από πετροβάμβακα που αντικαθιστούν σ’ εκείνο το σημείο την πολυστερίνη και στόχο έχουν να διακόψουν το φαινόμενο της «καμινάδας». Ας το εξηγήσουμε λίγο περισσότερο:
 Αν πάρει φωτιά ο κάτω όροφος ενός πολυώροφου κτηρίου στο οποίο έχει εφαρμοστεί εξωτερική θερμομόνωση συμβαίνει το εξής: η πολυστερίνη ναι μεν δε μεταδίδει τη φλόγα αλλά λειώνει πολύ γρήγορα από την υψηλή θερμοκρασία και επιτρέπει σ’ αυτήν να κινηθεί ταχύτατα και με μεγάλη ένταση προς τα πάνω (φαινόμενο καμινάδας) ανάμεσα στην οπτοπλινθοδομή και το επίχρισμα της εξωτερικής θερμομόνωσης, δηλαδή στο κενό που έχει προκύψει από το λιώσιμο της πολυστερίνης. Οι φλόγες βγαίνουν συνήθως από τα παράθυρα του φλεγόμενου ορόφου και κινούνται προς τα άνω όπου πιθανότατα βρίσκονται και άλλα παράθυρα, τα οποία εξαιτίας της έντασής τους τα σπάνε και εισχωρούν στο εσωτερικό τους. Με τον τρόπο αυτό μια πυρκαγιά μπορεί να μεταδοθεί ταχύτατα σε όλο το κτήριο. Ο κίνδυνος ασφαλώς πέρα από τη γενίκευση της καταστροφής και τις μεγάλες υλικές ζημιές, βρίσκεται στην απώλεια των ζωών των ανθρώπων που δεν θα έχουν επαρκή χρόνο για να απομακρυνθούν.
Αν ένα κτήριο είναι πάνω από 6 ορόφους πρέπει το θερμομονωτικό υλικό αναγκαστικά να είναι από πετροβάμβακα. Το ίδιο ισχύει και για ειδικής χρήσης κτήρια όπου συγκεντρώνεται πολύς κόσμος (πχ νοσοκομεία, σχολεία, κ.ά.)
 
Γιώργος Μαυρουλέας 
 
Υπεύθυνος του επιστημονικού τμήματος του Π.Σ.Ε.Μ. 
 
(Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση των κειμένων ή τμήματος αυτών χωρίς την έγγραφη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα)
 
TOP