Το έλλειμμα Τεχνικής Κατάρτισης και Προδιαγραφών στη Χώρα.

12 Ιανουαρίου, 2011

Σε βάθος χρόνου δύο είναι τα κύρια προβλήματα της οικονομίας της χώρας. Το πρώτο είναι το πρόβλημα της παραγωγικότητας και το δεύτερο της ανταγωνιστικότητας. (Το πρόβλημα της ρευστότητας αφορά κυρίως την παρούσα συγκυρία).

Πρόβλημα παραγωγικότητας δεν εμφανίζεται μόνο στο δημόσιο τομέα (που παράγει το 60% του ΑΕΠ) αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Οι Έλληνες εργάζονται, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat πολύ περισσότερο από το μέσο Ευρωπαίο εργαζόμενο, όμως η παραγωγικότητα της χώρας βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Η ανταγωνιστικότητα της χώρας από την άλλη, διολισθαίνει χρόνο με το χρόνο και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα συγκυρίας αλλά κακών υποδομών και νοοτροπιών που διαρθρώνουν την ελληνική αγορά και επιχειρηματικότητα. Είναι εύκολο να ισχυρισθούμε ότι οι επενδυτές αποσύρονται σε χώρες του εξωτερικού με μικρότερο εργασιακό κόστος για τη μεγιστοποίηση των κερδών τους. Το δύσκολο είναι να εντοπίσουμε γιατί αυτό δε συμβαίνει σε οργανωμένες ευρωπαϊκές χώρες με μεγαλύτερο εργασιακό κόστος από το δικό μας.

Ο ανταγωνισμός υφίσταται ως προς δύο βασικές κατευθύνσεις: α) ως προς την προσφερόμενη τιμή και β) ως προς την ποιότητα και την καινοτομία.

Ως μία ευρωπαϊκή χώρα στη ζώνη του Ευρώ, το κόστος παραγωγής δεν επιτρέπει να ανταγωνιστούμε χώρες με πολύ χαμηλότερα ημερομίσθια ή πιο αδύνατα νομίσματα στο ζήτημα της τιμής των προϊόντων. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εστιαζόμενοι στην ποιότητα και την καινοτομία.

Σε μια χώρα όμως όπου η τεχνική κατάρτιση απουσιάζει και οι τεχνικές προδιαγραφές είναι στις περισσότερες περιπτώσεις ανύπαρκτες, είναι αδύνατον να μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε ποιότητα στα παραγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες. Πόσο μάλλον όταν δεν υπάρχει ούτε στοιχειώδης εποπτεία της αγοράς. Η δε καινοτομία που αποτελεί προϊόν έρευνας, σε μια χώρα σαν τη δική μας όπου αυτή είναι υποτυπώδης, δε φαίνεται να έχει προοπτική.

Όποιο σοβαρό επιχειρηματία και να ρωτήσει κάποιος για την επίλυση του προβλήματος της παραγωγικότητας σε μια επιχείρηση, θα συστήσει περισσότερη εκπαίδευση του προσωπικού της επιχείρησης αυτής. Όπως και για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων της επιχείρησης θα συστήσει ποιότητα και υψηλά στάνταρ προδιαγραφών στην παραγωγή και στα τελικά οφέλη για τον καταναλωτή. Το ίδιο ισχύει και για τις υπηρεσίες ασφαλώς.

Σε μια επιχείρηση όμως όπου το έλλειμμα τεχνικής κατάρτισης- εκπαίδευσης του προσωπικού είναι τεράστιο, το να συζητάμε για ποιοτικά στάνταρτς είναι ανώφελο.

Στην Ελλάδα υπάρχει ένα τεράστιο έλλειμμα σχεδιαστικής ικανότητας και ποιότητας. Αυτό οφείλεται σε μια κακής ποιότητας και σχεδόν ανύπαρκτη επαγγελματική εκπαίδευση και τεχνική κατάρτιση. Αυτή οδηγεί σε ανορθολογισμό την αγορά όπου ο καθένας μπορεί να κάνει τα πάντα, ανεξάρτητα από τα προσόντα και τις δεξιότητες  που διαθέτει.

Ο τεχνικός μονώσεων στη Γερμανία, στην Πολωνία, τη Γαλλία και τις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες για παράδειγμα, εκπαιδεύεται τρία ολόκληρα χρόνια και κάτω από αυστηρές προδιαγραφές εκπαιδευτικών διαδικασιών. Στην Ελλάδα ακόμη δεν έχει ψηφισθεί το επαγγελματικό περίγραμμα που ορίζει το αντικείμενο των εργασιών του. Πόσο μάλλον η ύπαρξη κάποιας τεχνικής σχολής.

Εθνικές Προδιαγραφές επίσης για το επάγγελμά του δεν υπάρχουν. [Και αν το επάγγελμα του μονωτή βρίσκεται σε αυτή τη μοίρα, στην ίδια βρίσκονται και επαγγέλματα όπως αυτό της διαχείρισης επικίνδυνων βιομηχανικών αποβλήτων ή των τεχνικών συντήρησης εγκαταστάσεων διύλισης πετρελαίου!] Όμως μία μόνο εταιρεία εφαρμογών μονώσεων της Γερμανίας είχε πέρισυ τζίρο 1.500.000.000. Ευρώ εκτελώντας τεράστια έργα στο εξωτερικό της χώρας. Ο μέσος όρος τζίρου της κάθε εταιρείας μονώσεων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, είναι πολλές δεκάδες φορές μεγαλύτερος από το μέσο όρο των αντίστοιχων ελληνικών εταιρειών. Αυτό δεν είναι τυχαίο, γιατί εδώ δε μιλάμε για έρευνα και καινοτομία ούτε για υψηλή τεχνολογία. Αφορά καθαρά παρεχόμενη υπηρεσία αλλά με υψηλά στάνταρ. Έτσι για τη μόνωση ενός αγωγού φυσικού αερίου από το Βόρειο Πόλο στη Νορβηγία θα επιλέξουν μια δυτικοευρωπαϊκή εταιρεία και ποτέ μια ελληνική που δε γνωρίζει τις περισσότερες φορές τη σημαίνει προδιαγραφή, πόσο μάλλον οι εργαζόμενοί της να τις γνωρίζουν και να τις εφαρμόζουν  κατά γράμμα.

Όταν οι εφαρμοστές στην οικοδομή ή σε οποιαδήποτε άλλη οικονομική δραστηριότητα, δε γνωρίζουν ή δεν εφαρμόζουν ποιοτικές προδιαγραφές-στάνταρ, είναι αυτονόητο ότι συναγωνίζονται τον ανταγωνιστή τους μόνο ως προς το κόστος εφαρμογής και η ποιότητα είναι ανύπαρκτη. Αλλά αυτό έχει αντανάκλαση και στις εγχώριες παραγωγικές μονάδες (βιομηχανίες) υλικών που εξυπηρετούν τους εφαρμοστές, οι οποίες προκειμένου να επιβιώσουν, ρίχνουν το βάρος τους στο χαμηλότερο κόστος παραγωγής και προσφερόμενης τιμής και όχι στην ποιότητα του προσφερόμενου προϊόντος. Δεν επενδύουν σε καινοτομία και ως αποτέλεσμα έχουμε να πέφτει η ανταγωνιστικότητά τους σε σχέση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές ή διεθνείς επιχειρήσεις.

Το αίτημα για ποιοτική Τεχνική και Επαγγελματική Κατάρτιση αλλά και ολοκλήρωση των Εθνικών Προδιαγραφών, συμπληρωμένο από το αίτημα εποπτείας της αγοράς πιστεύουμε ότι είναι καίριο και εξαιρετικά επίκαιρο και επείγον, αν δε θέλουμε να διολισθήσει η χώρα σε μία τριτοκοσμική κατάσταση περιφερόμενων επαγγελματιών που τα κάνουν όλα για ένα μεροκάματο. Ήδη το φαινόμενο αυτό έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις και είναι θέμα πολιτικής βούλησης να μη γίνει ο κανόνας.

Γιώργος Μαυρουλέας

Πρόεδρος του ΠΣΕΜ

TOP