Μεθοδολογία επιλογής της καταλληλότερης λύσης για τη θερμομόνωση παλαιού οριζοντίου δώματος

Ως θερμομονωτικά υλικά θεωρούνται εκείνα τα υλικά που περιέχουν εγκλωβισμένο  ακίνητο αέρα στη μάζα τους και για το λόγο αυτό επιτυγχάνουν ένα πολύ χαμηλό λ (συντελεστή θερμικής αγωγιμότητας).  Η θερμική αντίσταση που επιτυγχάνουν εξαρτάται όμως εκτός από το λ και από το πάχος τους αλλά κατά περίπτωση και από τον τρόπο εφαρμογής ή το περιβάλλον του. Η πληθώρα των θερμομονωτικών υλικών από τη μία δίνει λύσεις ακόμη και σε πολύ εξειδικευμένες περιπτώσεις, από την άλλη καθιστά δύσκολη την επιλογή του καταλληλότερου σε οποιαδήποτε εφαρμογή.

Παράμετροι που επηρεάζουν την επιλογή ενός θερμομονωτικού υλικού:

1)  Η κλιματική ζώνη που βρίσκεται το κτήριο

2) Ο συντελεστής θερμικής αγωγιμότητας λ του υλικού

4) Το πάχος του υλικού που απαιτείται για την επίτευξη του επιθυμητού U value

5) Το συνολικό πάχος του συστήματος μόνωσης του δώματος που απαιτείται εξαιτίας της επιλογής ενός συγκεκριμένου θερμομονωτικού υλικού

6) Ο λόγος κόστους προς όφελος από την χρήση ενός συγκεκριμένου υλικού και η σύγκρισή του με άλλα αντίστοιχα αλλά και το κόστος εφαρμογής του, που έχει να κάνει με την εργατική δαπάνη  και όχι με την αξία αγοράς του ίδιου του υλικού.

7) Η φιλικότητά του προς το περιβάλλον τόσο στην ενσωματωμένη ενέργεια κατά την κατασκευή του όσο και αν προέρχεται από ανακυκλωμένα υλικά ή αν μπορεί το ίδιο να ανακυκλωθεί ή ακόμη και αν έχει κατασκευασθεί από υλικά πολύ φιλικά (φυσικά κυρίως) στο περιβάλλον.

8) Η μορφή του. Αν βρίσκεται δηλαδή υπό μορφή πλακών (άκαμπτων ή μη), αν υπάρχει δυνατότητα ψεκασμού του ή βρίσκεται υπό μορφή κονιάματος. (Η συγκεκριμένη παράμετρος παίζει σημαντικό ρόλο αν επιζητούμε να θερμομονώσουμε επιφάνεια δώματος με πλήθος από εμπόδια ή σωλήνες ή ανώμαλη επιφάνεια, χωρίς θερμογέφυρες)

9) Το βάρος  του συστήματος μόνωσης που απαιτείται (και όχι του θερμομονωτικού υλικού καθαυτό) . Αυτό έχει να κάνει  με τη στατική επάρκεια του κτηρίου, καθώς δεν πρέπει να λησμονούμε πως έχουμε να κάνουμε με παλαιά δώματα.

10) Η αντίσταση του θερμομονωτικού υλικού στο νερό και στην υγρασία.

11) Η σταθερότητα του υλικού στο χρόνο

12) Η δυνατότητα επικόλλησης στεγανοποιητικών υλικών ή μεμβρανών πάνω στη μάζα του

13) Η διασφαλισμένη ποιότητα από τα πιστοποιητικά που επιβεβαιώνουν τα τεχνικά χαρακτηριστικά που διαφημίζει το προϊόν.

14) Η ευκολία ή δυσκολία εφαρμογής του και οι αποθετικές βλάβες που ενδεχομένως μπορούν να δημιουργηθούν από την εφαρμογή ενός θερμομονωτικού υλικού

15) Η αντοχές του σε συμπίεση

16) Αν μπορεί να επιλεγεί για ανεστραμμένο τύπο μόνωσης (αν υπάρχει μόνο αυτός ως επιλογή)

17) Αν η επιφάνεια που θα παραδοθεί είναι βατή ή μη βατή.

18) Αν αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες, αν μεταδίδει τη φλόγα ή ακόμη και αν είναι πυράντοχο.

19) Αν στο παλαιό δώμα υπάρχουν κλίσεις για την απορροή των ομβρίων ή όχι.

20) Η αντοχή του σε διάφορα χημικά προϊόντα (πολύ εξειδικευμένη και σπάνια περίπτωση)

21) Η συμβατότητα του θερμομονωτικού υλικού με τις επιστρώσεις του.

22) Η πλαστικότητά του (αν μπορεί δηλαδή να παρακολουθήσει ή όχι κοίλες ή ανώμαλες επιφάνειες)

 

Τύποι μόνωσης στα οριζόντια δώματα:

Έχουμε δύο τύπους μόνωσης: τη συμβατική και την  ανεστραμμένη μόνωση.

Στη συμβατική μόνωση το θερμομονωτικό υλικό βρίσκεται κάτω από την στεγανωτική στρώση ενώ στην ανεστραμμένη βρίσκεται πάνω από αυτήν και συνεπώς δε βρίσκεται σε αδιάβροχο περιβάλλον.

Προτιμάται η συμβατική μόνωση καθώς στην ανεστραμμένη η θερμική αντίσταση του συστήματος επηρεάζεται από την ύπαρξη του νερού. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου η ανεστραμμένη μέθοδος είναι η μόνη επιλογή που έχουμε για να θερμομονώσουμε ένα δώμα. (πχ με περιορισμό από το ύψος των στηθαίων).

Σημαντική παράμετρος για την επιλογή του θερμομονωτικού υλικού που θα επιλεγεί είναι το κατά πόσον είναι αδιάβροχο.

 

Βασικοί κανόνες:

1)Το στεγανοποιητικό υλικό πρέπει να τοποθετείται πάνω από το υλικό κλίσεων. Αυτό είναι βασικός κανόνας αλλά εμφανίζονται και περιπτώσεις που οι συνθήκες αποκλείουν την εφαρμογή του.

2) Το φράγμα υδρατμών πρέπει να επιλέγεται ανάλογα με την εφαρμογή και σύμφωνα με το αντίστοιχο ΠΕΤΕΠ που ορίζει πότε πρέπει να τοποθετείται και πότε όχι.

3) Ελέγχουμε τα στατικά φορτία που μπορεί να αντέξει το κτήριο λαμβάνοντας υπόψη και την παλαιότητά του. Η επιλογή της μόνωσης μπορεί να σημαίνει και αποξήλωση των παλαιών στρώσεων αν κρίνεται ότι το κτήριο δεν επιδέχεται επιπλέον φορτία.

4) Ένα δώμα πρέπει να είναι στεγανοποιημένο σε όλη την επιφάνειά του και να μην παρουσιάζει ασυνέχειες στη στεγανωτική του στρώση. Απαιτεί τη στεγανοποίηση ολόκληρης της επιφάνειά του έστω και αν χρειάζεται να θερμομονωθεί μόνο ένα τμήμα του.

5) Στοιχεία του δώματος που δεν μπορούν να θερμομονωθούν θα λειτουργούν  ως θερμογέφυρες.

6) Κατασκευές που έχουν προστεθεί στο δώμα μπορεί να αποκλείουν τη δυνατότητα ορθής εφαρμογής της μόνωσης χωρίς επιδιορθωτικές κινήσεις (πχ ανέβασμα των ηλιακών θερμοσιφώνων) ή ακόμη και η ανυπαρξία στοιχείων (πχ στηθαίων)  με επαρκές ύψος για τον εγκιβωτισμό της μόνωσης.

 

Βατό, περιορισμένης βατότητας  ή μη βατό δώμα:

Αν η τελική επιφάνεια που επιζητούμε να έχουμε στο δώμα θέλουμε να είναι βατή τότε αυτομάτως  αυξάνουμε σημαντικά το συνολικό βάρος της μόνωσης. Συνήθως το μεγαλύτερο βάρος της οφείλεται στη στρώση βατότητας  (πλάκες, πλακίδια, βιομηχανικό δάπεδο ή μωσαϊκό κλπ)

Αν θέλουμε να αποφύγουμε βάρος τότε επιλέγουμε λύση που δεν είναι βατή ή εξασφαλίζει περιορισμένη βατότητα.

 

Κλίσεις  για την  απορροή των ομβρίων:

Στα παλαιά κτήρια συστήνεται η χρήση ελαφρών κονιαμάτων για τη δημιουργία κλίσεων. Αν το κτήριο έχει ήδη διαμορφωμένες κλίσεις και δεν υπεισέρχεται ζήτημα στατικής επάρκειάς του, μπορούμε να χρησιμοποιηθεί η υπάρχουσα κατασκευή ως υποδομή για επι-θέσεις  των  υλικών της καινούριας μόνωσης. (Προσοχή: στην εφαρμογή αυτή πρέπει να εξασφαλίζεται ο αερισμός τη μόνωσης)

 

Τα πλέον συνήθη στεγανωτικά υλικά:

Ασφαλτικές μεμβράνες (ασφαλτόπανα), μεμβράνες  άλλου τύπου (PVC, TPO, EPDM,  κλπ), επαλειφόμενα στεγανωτικά υλικά, κατά προτίμηση οπλισμένα ( πολυουρεθανικά στεγανωτικά υλικά, ελαστικά  στεγανωτικά τσιμεντοειδούς βάσεως υλικά)

Πολύ ελαφρές λύσεις:

Τέτοιες επιτυγχάνονται  (επάνω σε ήδη υπάρχουσες κλίσεις) με τοποθέτηση θερμομονωτικών πλακών (με ή χωρίς επικαλύψεις) που είτε επικολλούνται στεγανωτικές μεμβράνες είτε στερεώνονται μηχανικά, είτε επαλείφονται στεγανωτικά ελαστικά επαλειφόμενα υλικά. ΠΡΟΣΟΧΗ: η τελική επιφάνεια είναι μη βατή (επιτρέπει μόνο το βάδισμα και αυτό κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θερμοκρασίας).

Τι πρέπει να προσέχουμε στη μόνωση ενός δώματος.

1) Το συνεργείο εφαρμογής να είναι αξιόπιστο και να έχει τουλάχιστον κάποια πιστοποιητικά που θα αποδεικνύουν την αξιοπιστία του.

2) Την επιλογή της στεγανωτικής στρώσης. Επειδή ο χρόνος ζωής μιας μόνωσης εξαρτάται από τη στεγανότητά της, δώστε βάρος στην επιλογή διπλών ή και περισσοτέρων στεγανωτικών μεμβρανών και μάλιστα υψηλών προδιαγραφών.

3) Τα ευπαθή σημεία. Ως ευπαθές θεωρείται κάθε σημείο από το οποίο μπορεί να εισχωρήσουν νερά παρακάμπτοντας τη στεγανωτική στρώση (υδρογέφυρες).

4) Το συνολικό βάρος της μόνωσης , ώστε να μη καταπονηθεί στατικά το κτήριο που θέλουμε να μονώσουμε. Ένα παλαιό κτήριο κτίσθηκε κάτω από απαιτήσεις ενός υποδεέστερου αντισεισμικού κανονισμού. Αυτό σημαίνει ότι ήδη υπολείπεται των αντοχών ενός πιο σύγχρονου κτηρίου. Από την άλλη ήδη έχει καταπονηθεί από σεισμούς και άρα έχει καταστεί πιο ευπαθές. Τέλος ο ίδιος ο χρόνος, η καταπόνηση των δομικών στατικών στοιχείων από υγρασίες, η βιομηχανική μόλυνση ή άλλες αιτίες μειώνουν τις στατικές τους αντοχές.

5) Αν έχουμε δεξαμενή πετρελαίου στο δώμα και δεν υπάρχει δυνατότητα μεταφοράς της στο υπόγειο ή το ισόγειο του κτηρίου, υπάρχει κίνδυνος από χυμένα πετρέλαια να καταστραφεί τοπικά η θερμομονωτική στρώση ( κυρίως αν είναι από πολυστερίνη) και ακόμη χειρότερα η στεγανωτική στρώση. Τα υλικά αυτά συνήθως είναι διαλυτά από το πετρέλαιο. Η ύπαρξη προστατευτικής στρώσης από πλάκες ή πλακίδια ή ακόμη και από μπετόν δεν εξασφαλίζει 100%  από τη μη διείσδυση του πετρελαίου και την κατά συνέπεια καταστροφή της μόνωσης.

TOP