Συμπτωματολογία υγρασιών

ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ - ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Ι. ΣΕ ΠΛΗΜΜΥΡΙΣΜΕΝΟ ΔΩΜΑ ΜΕ ΜΟΝΩΣΗ

α) Η μορφή των συμπτωμάτων.

Το νερό κατά την κίνησή του μεταφέρει υδροδιαλυτά άλατα (ή βοηθάει στη δημιουργία τους)που βρίσκονται μέσα στο σκυρόδεμα και τα δομικά υλικά που διαπερνά, τα οποία αποθέτονται πάνω στην επιφάνεια (της οροφής του από κάτω ορόφου εν προκειμένω) όταν αυτό εξατμίζεται. Γι’ αυτό το λόγο ο χρωματισμός των επιφανειών αλλάζει δημιουργώντας συνήθως υποκίτρινες (σχεδόν ώχρα) κηλίδες περίπου στρογγυλές ή ελλειψοειδείς. Το χρώμα πολλές φορές είναι και υποπράσινο ή υπόλευκο.

Άλλες φορές παρουσιάζεται υπό τη μορφή χιονιού καθώς οι συνεχείς αποθέσεις λευκών κρυσταλλικών αλάτων δημιουργούν αυτή την εικόνα.

Τέλος μπορεί να παρουσιάζει χρώμα που πλησιάζει αυτό της σκουριάς και που πιθανότητα να οφείλεται στην οξείδωση του σιδηρού οπλισμού και σε σκωρία που παρασύρεται από το νερό.

Είναι γνωστό πως το νερό έχει την τάση να μεταπηδήσει από την υγρή στην αέρια κατάσταση, κυρίως στις μέσες και υψηλές θερμοκρασίες. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται διαπίδυση και είναι η βασική αιτία που δεν επιτρέπεται να βάψουμε ή να εφαρμόσουμε (υδρόφοβα κυρίως) υλικά πάνω σε νοτισμένες επιφάνειες.

Κατά τη διαπίδυση, στην περίπτωση που το χρώμα παρουσιάζει ικανή πυκνότητα, ελαστικότητα και συνοχή, «φουσκώνει» (κάποιες φορές δημιουργεί και ζάρες) και μάλιστα συγκεντρώνεται νερό μέσα σ’ αυτά τα φουσκώματα που αν τα τρυπήσεις αρχίζει να ρέει.

Πιο σύνηθες σύμπτωμα και κυρίως λόγω της μειωμένης πυκνότητας και συνοχής της χρωματικής επιφάνειας, είναι η τελευταία να απολεπίζεται και να πέφτει σε πολύ μικρές φολίδες αποκαλύπτοντας το επίχρισμα ή το σκυρόδεμα που έχει επικαλύψει.

[Το κρακελάρισμα της βαφής στην οροφή και συγκεκριμένα όταν αυτό έχει τη μορφή ρωγμής και διπλώματος-ρολαρίσματος των χειλέων της ρωγμής εκατέρωθεν της δεν οφείλεται σε υγρασία από το δώμα αλλά σε πλημμελείς συνθήκες εφαρμογής της βαφής.]

Όταν το νερό ρέει, όπως είπαμε και προηγουμένως, μεταφέρει υδατοδιαλυτά άλατα τα οποία αποθέτονται στην επιφάνεια εξάτμισης. Κατά την κίνησή τους όμως αυτή αρκετές φορές αντιδρούν με άλλα άλατα ή οξέα ή βάσεις δημιουργώντας μεγάλα μακρομοριακά άλατα τα οποία αδυνατούν, λόγω του όγκου τους να διέλθουν μέσα από τους πόρους των υλικών και να καταλήξουν στην εξωτερική επιφάνεια. Εναποθέτονται συνεπώς στο εσωτερικό των δομικών στοιχείων. Σ’ αυτό το στάδιο όμως δε σταματά και η δραστηριότητά τους, αντιθέτως αντιδρούν χημικά με διπλανά τους μόρια δημιουργώντας νέα μακρομοριακά κρυσταλλικά άλατα τα οποία με τη διεύρυνση του όγκου τους αποσαθρώνουν το δομικό υλικό μέσα στο οποίο αναπτύσσονται.

Κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται η απολέπιση και αποσάθρωση των εξωτερικών στρωμάτων των επιχρισμάτων, σύμπτωμα και αυτό συνεπώς υγρασίας.

Η αποσάθρωση των επιχρισμάτων στην πάνω περίπτωση δε γίνεται απότομα αλλά σταδιακά. Όταν έχουμε απότομη πτώση των επιχρισμάτων της οροφής τότε το πρόβλημα οφείλεται στη διάβρωση του σιδηρού οπλισμού, η οποία οδηγεί στη διόγκωση του σιδήρου, στη θραύση της επικαλυπτικής στρώσης σκυροδέματος, με αποτέλεσμα την άσκηση πίεσης στη στρώση του επιχρίσματος και την αποκόλλησή του. Συνήθως η αποκόλληση αυτή δεν είναι πλήρης αλλά παρουσιάζει την εικόνα τμημάτων μικρού πλάτους (5-10 cm) με σαφώς μεγαλύτερο μήκος –«φέτες»- του επιχρίσματος κάτω ακριβώς από τα σίδερα του οπλισμού.

Αν το δώμα είναι φυτεμένο (roof garden) τότε οι κηλίδες της υγρασίας συνήθως έχουν καφέ χρώμα. Η αιτία βρίσκεται στο χώμα που παρασύρεται και αποθέτεται στην επιφάνεια εξάτμισης.

Όταν έχουμε εκτόνωση νερού από συγκεκριμένο σημείο της οροφής για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, τότε η συνεχής απόθεση αλάτων δημιουργεί σταλακτίτες ίδιας υφής, σχήματος και σύνθεσης με τους αντίστοιχους των σπηλαίων. Μάλιστα σε κατασκευές παραμελημένες, στο σημείο που οι σταγόνες του νερού συναντούν το έδαφος σχηματίζονται και σταλαγμίτες.

Τέλος, ένα σύμπτωμα υγρασίας είναι και το σε ακανόνιστα σχήματα υπογάλαζο σκίασμα της οροφής.

Η εμφάνιση μυκήτων (μαύρα στίγματα), οι υποκίτρινες κηλίδες πολύ μικρής διαμέτρου (το πολύ 2 εκατοστών), ή σταγονίδια καθαρού νερού που φαίνονται ως ίδρωμα της οροφής (μόνο τους χειμερινούς μήνες) και οι σκοτεινές γραμμώσεις (που εμφανίζονται κυρίως όταν έχρι τοποθετηθεί το θερμομονωτικό υλικό κάτω από την πλάκα σκυροδέματος της οροφής) είναι προβλήματα που οφείλονται σε έλλειψη θερμομόνωσης ή σε πλημμελή θερμομόνωση ή σε θερμογέφυρες και όχι σε υγρασίες από το εξωτερικό περιβάλλον.

Επίσης αν έχουμε μία μόνιμα νοτισμένη επιφάνεια (η οποία ίσως και να επεκτείνεται) τότε πρέπει να ανησυχούμε για πιθανή διαρροή σωλήνων νερού.

 

β) Συνήθη σημεία εμφάνισης της υγρασίας.

Η εκτόνωση υγρασιών από ένα πλημμυρισμένο δώμα γίνεται κυρίως από σημεία στα οποία έχουμε τρυπήσει την πλάκα σκυροδέματος για να περάσουν σωλήνες ή καλώδια, καθώς και στα σημεία όπου η πλάκα συναντά στηθαία ή τοίχους του δώματος του κλιμακοστασίου.

Σε ότι αφορά τις σωληνώσεις, και τέτοιες είναι οι σωλήνες υδρορροών, εξαερισμού, ηλιακών θερμοσιφώνων, ηλεκτρολογικές σωλήνες και καλώδια που περνούν μέσα από την πλάκα και τη μόνωση, καμινάδες κλπ, συνήθως έχει ανοιχθεί οπή στην πλάκα, η οποία οπή δεν σφραγίσθηκε με μη συρρικνούμενα κονιάματα αλλά με απλό τσιμεντοκονίαμα. Κατά την αφυδάτωσή τους όμως τα κοινά τσιμεντοκονιάματα συρρικνώνονται με αποτέλεσμα τη ρηγμάτωσή τους και την απώλεια οποιασδήποτε δυνατότητας αντίστασης στο νερό, το οποίο βρίσκει αυτό το σημείο ελάχιστης αντίστασης για να εισχωρήσει.

Σ’ ένα πλημμυρισμένο δώμα με παλαιά μόνωση λοιπόν και επειδή το νερό διαχέεται (λόγω του ό,τι είναι αυτοεπιπεδούμενο ως υλικό) στο σύνολο σχεδόν της επιφανείας του δώματος, το συνηθέστερο σημείο εμφάνισης είναι γύρω από τέτοιες σωλήνες (πάντα κοιτώντας στην οροφή, του ακριβώς από κάτω ορόφου). Η μορφή που παίρνει είναι αυτής της κηλίδας που δημιουργεί ένα «στεφάνι» στα σημεία της οροφής γύρω από τις σωληνώσεις που αναφέραμε.

Το αμέσως συνηθέστερο σημείο εμφάνισης υγρασιών βρίσκεται στο σημείο που τα στηθαία ή οι τοίχοι του δώματος του κλιμακοστασίου πατούν επί της πλάκας σκυροδέματος. Εκεί και λόγω της αυτοεπιπεδότητας πάλι του νερού αυτό βρίσκει ελάχιστη αντίσταση να περάσει μέσα από το κονίαμα συγκόλλησής τους στην πλάκα. Στην εξωτερική πλευρά των στηθαίων συνεπώς θα δούμε πιθανότατα σημάδια από την εκτόνωση, του νερού.

Η μορφή που παίρνει είναι επιμήκεις κηλίδες ή μορφή χιονιού που ακολουθούν την περιμετρική απόληξη της πλάκας σκυροδέματος (συνήθως από 10 – 20 εκατοστά κάτω από την επιφάνεια της μόνωσης) ή (συνηθέστερα) σκουρόχρωμες γραμμώσεις που υποδηλούν παλαιότερη ροή νερού. Στην περίπτωση βέβαια που ρέει νερό απ’ αυτό το σημείο τα πράγματα απλοποιούνται ως προς την απόφανση του αν η μόνωση του δώματος έχει πλημμυρίσει ή όχι.

Ανεβαίνοντας κάποιος στην ταράτσα μιας οικίας με πλημμυρισμένη μόνωση, αρκετά συχνά θα διαπιστώσει πως στο ύψος του τελευταίου πλατύσκαλου πριν εξέλθουμε σ’ αυτή, στους τοίχους του κλιμακοστασίου, εμφανίζονται κάποια ή όλα από τα συμπτώματα που προαναφέρθηκαν.

Μία μόνωση μπορεί να έχει πλημμυρίσει και εντούτοις να μην παρουσιάζει σημεία εκτόνωσης για διάφορους λόγους που δε θα αναλυθούν εδώ. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο εντοπισμός του προβλήματος γίνεται ελέγχοντας αν στην εσωτερική βάση του περιμετρικού στηθαίου και των τοίχων του δώματος του κλιμακοστασίου, εμφανίζεται ανερχόμενη υγρασία.

 

γ) Αίτια

Το πλημμύρισμα μιας μόνωσης οφείλεται είτε σε γήρανση της στεγανωτικής στρώσης, είτε σε πλημμελή κατασκευή, είτε σε υδρογέφυρες από στηθαία, τοίχους ή σωληνώσεις, είτε από βουλωμένη υδρορροή, είτε από μεταγενέστερους τραυματισμούς, είτε από χημικές ή θερμικές αλλοιώσεις της στεγανωτικής στρώσης, και που έχουν ως αποτέλεσμα την είσοδο νερού κάτω από τα στεγανωτικά φύλλα και το πλημμύρισμα του υλικού των κλίσεων ή και της θερμομονωτικής στρώσης αν αυτά υπάρχουν.

Από τις συνηθέστερες αιτίες πλημμυρισμού μιας μόνωσης είναι οι τραυματισμοί μετά την κατασκευής της, (κυρίως κατά την τοποθέτηση ηλιακών θερμοσιφώνων) και η πλημμελής εφαρμογή ή και επιλογή των στεγανωτικών υλικών.

Με τον όρο «πλημμελή» εκφράζονται όλα τα πιθανά λάθη της εφαρμογής της στεγανωτικής στρώσης, οι καιρικές συνθήκες εφαρμογής της, η λανθασμένη επιλογή των υλικών, η λανθασμένη διάστρωση των υλικών και η κακή ποιότητα των υλικών, η μη τήρηση των κανόνων και προδιαγραφών των υλικών ως προς τη σχετική υγρασία του υποστρώματος, τη συμβατότητά τους με αυτό, την υφή της επιφάνειας του υποστρώματος κλπ. Με τον όρο όμως «πλημμελή» εννοούμε και τη λανθασμένη μελέτη εφαρμογής που δεν έχει λάβει υπόψη της και δεν έχει δώσει τεχνικές λύσεις για τις πιθανές υδρογέφυρες. Σημεία δηλαδή από τα οποία το νερό από τα όμβρια μπορούν να παρακάμψουν τις στεγανωτικές στρώσεις.

Τέλος σε κεκλιμένες στέγες με κεραμοσκεπή ένα συνηθισμένο λάθος είναι η απουσία σημείων εκτόνωσης του νερού που λόγω του ανέμου ή σπασμένων κεραμιδιών θα περάσει κάτω από αυτά. Τα νερά λόγω των κλίσεων συσσωρεύονται στην κατάληξη της στέγης και δημιουργούν εκτεταμένες υγρασίες στις μετώπες και στα σημεία της οροφής που γειτνιάζουν με αυτές.

 

 

ΙΙ. ΥΓΡΑΣΙΕΣ ΣΕ ΤΟΙΧΟΥΣ

α)Μορφή εμφάνισης

Οι υγρασίες στους τοίχους ως προς το χρωματισμό ή την εκδήλωση σχηματισμών αλάτων διαφοροποιείται ελαφρά από αυτή των δωμάτων. Διαφοροποιείται κυρίως ως προς το σχήμα των συμπτωμάτων και ασφαλώς ως προς τη γενεσιουργό τους αιτία. Ένα σύμπτωμα υγρασίας που μπορούμε να δούμε σε τοίχους αλλά σχεδόν ποτέ στα δώματα, είναι ο διαφορετικός χρωματισμός που προκύπτει όταν οι υγρασίες οφείλονται σε λύματα από σπασμένους αγωγούς, σωλήνες ή φρεάτια αποχέτευσης ή και από μη στεγανούς παρακείμενους βόθρους. Ο χρωματισμός σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πράσινος και καφέ με μαύρες κηλίδες ή στίγματα με χαρακτηριστική δυσοσμία αν και αυτή δεν συνοδεύει πάντα τα συμπτώματα. Όχι σπάνια (ειδικά αν έχουμε ροή νερού από λύματα) επικάθεται στα σημεία εισροής και γλίτσα.

 

β) Σημεία εμφάνισης και αιτίες

Παγοπληξία: Στην εξωτερική πλευρά των εξωτερικών τοίχων (τις περισσότερες φορές σε κόγχες-γωνίες) όταν τα συμπτώματα έχουν τη μορφή απολέπισης του επιχρίσματος, η συνηθέστερη αιτία είναι η μη επαρκής στεγανότητα του συμβατικού επιχρίσματος με στεγανωτικές βαφές, με αποτέλεσμα να νοτίζει και όταν η θερμοκρασία πέφτει στους μηδέν ή κάτω από τους μηδέν βαθμούς Κελσίου, να παγώνει και να αποσαθρώνεται λόγω της διόγκωσης του πάγου (περίπου 10 %).

Άξιο αναφοράς εδώ είναι και η μη ύπαρξη φράγματος υδρατμών από την εσωτερική πλευρά της οικίας. Αυτό έχει ως αναμενόμενο αποτέλεσμα να είναι διαπερατοί οι τοίχοι από τους εσωτερικά παραγόμενους υδρατμούς και να έχουμε σημεία δρόσου κοντά στην εξωτερική τους επιφάνεια. Πάλι σε περίπτωση παγετού η δρόσος θα διογκωθεί κατά την πήξη της και θα αποσαθρώσει το δομικό υλικό στο οποίο εγκλωβίζεται.

Στην εξωτερική ι πλευρά των εξωτερικών τοίχων λόγω της ίδιας αιτίας (μη επαρκής στεγανότητα της βαφής ή απουσία της) το νερό εισχωρεί στο επίχρισμα και εκτονώνεται λίγο πιο κάτω. Αν το επίχρισμα μάλιστα έχει αποσαθρωθεί («κουφώσει»), τότε η εκτόνωση γίνεται από χαμηλότερες ρωγμές, τα δε συμπτώματα έχουν τη μορφή λευκών αλάτων κατά την κατεύθυνση της ροής.

Στην περίπτωση που μόλις αναφέραμε η αιτία μπορεί να βρίσκεται και σε εκτόνωση νερών από πλημμυρισμένο δώμα ή από εγκλωβισμένα νερά στην κατάληξη κεραμοσκεπής. Επίσης, συνηθισμένη αιτία είναι η είσοδος νερού από ρηγματώσεις στα σημεία επαφής της τοιχοποιίας με τα δοκάρια ή τα υποστυλώματα από σκυρόδεμα. Οι ίδιοι λόγοι που περιγράφονται σε αυτή την παράγραφο μπορούν να δημιουργούν προβλήματα και στην εσωτερική πλευρά της τοιχοποιίας. Τα σημεία εμφάνισης συνήθως είναι στα σημεία επαφής των δοκαριών με την τοιχοποιία (κάθιση της τελευταίας από σταδιακή συρρίκνωση του κονιάματος κατά την αφυδάτωσή του ή από αποκόλληση λόγω σεισμού ή έντονων κραδασμών) καθώς και κατά μήκος του σενάζ. Επειδή η εξωτερική τοιχοποιία τις περισσότερες φορές είναι διπλή, το νερό που εισέρχεται ρέει από τη εσωτερική πλευρά της εξωτερικής οπτοπλινθοδομής και καταλήγει στο σενάζ, όπου συσσωρεύεται και καθίσταται η αιτία για εμφάνιση υγρασιών κατά το μήκος του.

Συνηθέστερη μορφή υγρασιών στις τοιχοποιίες είναι η ανερχόμενη υγρασία. Η μορφή που παίρνει είναι αυτή της εκτόνωσης αλάτων ή του αποχρωματισμού ή της αποκόλλησης του χρώματος ή με αποσαθρώσεις της εξωτερικής στοιβάδας των επιχρισμάτων σε ακανόνιστη κυματοειδή γραμμή παράλληλη με το δάπεδο. Το ύψος της κυμαίνεται από λίγα εκατοστά και μπορεί να φτάσει μέχρι και το ενάμιση σπανίως και τα δύο μέτρα.

Η αιτία βρίσκεται στην επαφή της βάσης της τοιχοποιίας με νερό, το οποίο, λόγω των τριχοειδών δυνάμεων ανυψώνεται μέσω των δομικών υλικών και κάποια στιγμή εξατμίζεται. Στην κίνησή του αυτή το νερό παρασέρνει άλατα που αποθέτονται στα σημεία εξάτμισης. Τα άλατα αυτά στην πορεία τους αντιδρούν χημικά με άλλα στοιχεία και δημιουργούν μεγαλύτερους μοριακούς δεσμούς αλάτων με αποτέλεσμα την σταδιακή αποσάθρωση των δομικών υλικών.

Αποσάθρωση των δομικών υλικών έχουμε και όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος πέσει κάτω από τους μηδέν βαθμούς Κελσίου, λόγω της διόγκωσης του νερού μέσα στη μάζα τους.

Ανερχόμενες υγρασίες συναντούμε συνήθως σε τοίχους υπογείων (πιο συχνά όταν αυτά βρίσκονται σε πρανή εδάφη), στη βάση της εξωτερικής πλευράς των εξωτερικών τοίχων (ειδικά όταν έρχονται σε επαφή με χώμα ή κυβόλιθους), σε τοίχους που χρησιμεύουν ως στηθαία για σκάλες, σε βεράντες και γενικά σε οποιοδήποτε τοίχο που έρχεται άμεσα σε επαφή με υγρασία στη βάση του, χωρίς να έχει ληφθεί μέριμνα για την απομόνωσή της.

Συχνό φαινόμενο είναι η εμφάνιση υγρασιών στη βάση παραθύρων ή εξωθύρων. Η αιτία βρίσκεται σε πλημμελές σφράγισμα των κουφωμάτων στην επαφή τους με το επίχρισμα ή τη μαρμαροποδιά (εφαρμογή ακατάλληλου σφραγιστικού υλικού ή κακής ποιότητας υλικού ή εφαρμογή πάνω σε σκόνη ή νοτισμένο υπόστρωμα, και χωρίς χρήση primer, ή ασυνεχής σφράγιση).

Δεύτερη αιτία είναι η μη σωστή σφράγιση της μαρμαροποδιάς είτε από την άνω πλευρά της είτε από την κάτω, με αποτέλεσμα να εισχωρεί νερό στο εσωτερικό της τοιχοποιίας.

Τρίτη αιτία είναι η ελλιπής στεγανότητα των συρόμενων κουφωμάτων στη διαδρομή τους κυρίως μέσα σε διπλή τοιχοποιία.

Τέταρτη αιτία είναι η μη ορθή σφράγιση των υαλοπινάκων στις επαφές τους με τα κουφώματα. Οι υαλοπίνακες αντί σφραγιστικού υλικού συχνά σφραγίζονται με κάποιο λάστιχο, το οποίο και στρεβλώνει σε μήκος χρόνου αλλά και παρουσιάζει ασυνέχεια στην τοποθέτησή του.

Οι εξωτερικοί τοίχοι κατασκευασμένοι από τούβλα ελαφρού τύπου (όπως τα YTONG ή τα ALPHA BLOCK κλπ.) παρουσιάζουν σχεδόν πάντα υγρασίες όταν το σοβάντισμα γίνεται με το συμβατικό επίχρισμα. Ο λόγος είναι απλός και βρίσκεται στο διαφορετικό μέτρο ελαστικότητας του ελαφρού τούβλου από το συμβατικό επίχρισμα, καθώς το πρώτο είναι πιο ελαστικό από το δεύτερο. Το αποτέλεσμα είναι να ρηγματώνεται λόγω της ακαμψίας του το επίχρισμα και κατ’ επέκταση η βαφή και να εισχωρεί νερό στην τοιχοποιία.

Η εμφάνιση μυκήτων (μαύρα στίγματα) σε δίεδρες ή τρίεδρες γωνίες ή σε δοκάρια ή υποστυλώματα, οι υποκίτρινες κηλίδες, ή σταγονίδια καθαρού νερού που φαίνονται ως ίδρωμα της τοιχοποιίας (μόνο τους χειμερινούς μήνες) και οι σκοτεινές γραμμώσεις είναι προβλήματα που οφείλονται σε έλλειψη θερμομόνωσης ή σε πλημμελή θερμομόνωση και όχι σε υγρασίες από το εξωτερικό περιβάλλον. Παρόμοιο πρόβλημα παρουσιάζουν και μη επαρκώς θερμομονωμένες καμινάδες, των οποίων οι σε μεγάλες ποσότητες υγροποιήσεις υδρατμών, από τη διαφορά θερμοκρασίας, προκαλούν υγρασίες σε γειτνιάζουσες τοιχοποιίες. Τα συμπτώματα όμως των υγρασιών που προκαλούν είναι κηλίδες υποκίτρινου χρώματος ή σπανιότερα πρασίνου και συνηθέστερα ακόμη άλατα υπό τη μορφή χιόνος (Ετριγγίτης).

Σε λιθοδομές ή σε εμφανές τούβλο τα συμπτώματα υγρασίας είναι αρκετά συχνά και οφείλονται σε λανθασμένη τοποθέτηση ή αρμολόγηση κατά περίπτωση.

Σε περίπτωση που έχουμε εξωτερική επένδυση με ορθομαρμάρωση ή μεταλλικά διακοσμητικά τύπου Ital bond οι αιτίες εστιάζονται σε τρία κυρίως σημεία. Στην ανεπαρκή στεγανότητα των στέψεων, στην έλλειψη στεγανωτικών μεμβρανών πίσω από τις επενδύσεις αλλά και στην ανεπαρκή μελέτη και πλημμελή εφαρμογή πάνω από πρέκια παραθύρων ή θυρών αλλά και γενικότερα στην εκτόνωση των στεγανωτικών μεμβρανών, και κατά συνέπεια των ομβρίων, που κυλούν πίσω από τις επενδύσεις και πάνω στις μεμβράνες αυτές.

 

ΙΙΙ. ΤΟΙΧΙΑ ΥΠΟΓΕΙΟΥ

Στα τοιχία του υπογείου τα συμπτώματα υγρασίας που παρουσιάζονται ως προς τη μορφή τους είναι ανάλογα αυτών που εμφανίζονται και στο εσωτερικό των τοιχοποιιών, δηλαδή αποχρωματισμός, κηλίδες υποκίτρινου χρώματος, άλατα υπό τη μορφή χιονιού, ή εναποθέσεις αλάτων κατά μήκος της ροής του νερού ή συμπτώματα από λύματα ή απολεπίσεις σοβάδων ή ανερχόμενες υγρασίες ή και εισροή υδάτων.

Η ιδιαιτερότητα που έχουν τα τοιχία του υπογείου βρίσκεται στο ότι βρίσκονται μέσα στο έδαφος και επομένως καθώς το νερό εισρέει στο υπόγειο μπορεί να παρασέρνει στοιχεία του χώματος εμφανίζοντας και καφέ συμπτώματα. Αυτά συνήθως καθαρίζονται εύκολα και δεν μπερδεύονται με το χρώμα της σκωρίας

Εξαιτίας της κατασκευής τους από σκυρόδεμα κυρίως σε παλαιές κατασκευές παρουσιάζονται ενανθρακώσεις-διαβρώσεις του σκυροδέματος, υπό τη μορφή απολεπίσεών του και συχνά καθίσταται αρκετά ισχνό και εύθρυπτο.

Τα συχνότερα σημεία εμφάνισης υγρασιών είναι σε τρυπόξυλα, σε φουρκέτες, σε μουρέλα-τακάκια και σε αρμούς διακοπής εργασιών.

Αν τα τοιχία του υπογείου είναι κατασκευασμένα από πέτρα, τούβλα ή τσιμεντόλιθους θα συμπτώματα συνήθως είναι πιο έντονα και συνοδεύονται κυρίως από εισρέοντα ύδατα.

 

 

ΙV. ΔΑΠΕΔΑ

 

Οι υγρασίες στα δάπεδα έχουν δύο βασικές αιτίες: είτε την είσοδο νερού από το δάπεδο (περίπτωση υπογείου) είτε εισροή νερού από γειτονικούς χώρους, όπως βεράντες ή δώματα ή WC.

Όταν το δάπεδο είναι στρωμένο με κεραμικά πλακίδια ή σχιστολιθικές πλάκες τύπου Καρύστου ή με μαρμαρίνες, τότε οι υγρασίες εμφανίζονται ως λευκά άλατα στους αρμούς των πλακιδίων.

Όταν το δάπεδο είναι στρωμένο με απορροφητικά μάρμαρα τότε η υγρασία εμφανίζεται πάλι ως άλατα και αποχρωματισμός της επιφάνειας των μαρμάρων.

Η βασική αιτία βρίσκεται στην εισροή νερού από βεράντες ή δώματα ή WC τα οποία δεν έχουν μονωθεί επαρκώς με αποτέλεσμα να πλημμυρίζουν και είτε κάτω από τις μαρμαροποδιές των εξωθύρων είτε από την βάση των τοίχων, να εισχωρεί νερό που νοτίζει το κονίαμα συγκόλλησης (λάσπη στην περίπτωση των μαρμάρων και των σχιστολιθικών πλακών ή τσιμεντοκονίας με άμμο θαλάσσης στην περίπτωση των κεραμικών πλακιδίων).

Όχι σπάνια το νερό μπορεί να εισχωρεί και από τον αύλειο ισόγειο χώρο που είναι διαστρωμένος είτε με πλάκες ή πλακίδια είτε με βιομηχανικό δάπεδο, περνώντας είτε μέσω του συνδετικού κονιάματος των κατωφλίων (μαρμαροποδιές) στις εξώθυρες είτε από τη βάση των οπτοπλινθοδομών.

Στην περίπτωση που το δάπεδο είναι στρωμένο με ξύλινο παρκέ τότε τα συμπτώματα παίρνουν τη μορφή φουσκώματος και στρέβλωσης των ξύλων ή και σκουραίνει ο χρωματισμός του ξύλου. Η αιτία της υγρασίας συνήθως είναι η ίδια με τις παραπάνω περιπτώσεις χωρίς να αποκλείσουμε την πιθανότητα να προέρχεται και από διαρροή σωλήνας νερού που περνά κάτω από το δάπεδο.

Συχνά το νερό κάτω από ξύλινα δάπεδα μπορεί να κάνει μεγάλες διαδρομές και ο εντοπισμός της πηγής του προβλήματος να μη γίνει ορθά.

Στην περίπτωση που το δάπεδό μας είναι στρωμένο με εποξειδικές ρητίνες τότε η υγρασία παίρνει τη μορφή φουσκωμάτων της εποξειδικής επίστρωσης και απολέπισής της.

Το ίδρωμα του δαπέδου πάνω από pilotis οφείλεται σε πρόβλημα ανεπαρκούς θερμομόνωσης της τελευταίας και δεν είναι τίποτε άλλο από υγροποιήσεις υδρατμών πάνω σε χαμηλότερης θερμοκρασίας επιφάνειες.

Το ίδιο σύμπτωμα μπορεί να εμφανισθεί και σε μη θερμομονωμένα δάπεδα υπογείου ειδικά στις ηπειρωτικές ζώνες. Οι υδρατμοί λοιπόν συμπυκνώνονται πάνω στο παγωμένο (λόγω έλλειψης ή πλημμελούς θερμομόνωσης) δάπεδο και παρουσιάζονται συνήθως με τη μορφή νερού στην άνω επιφάνεια του δαπέδου.

Το φαινόμενο αυτό μπορεί να συνοδευτεί και με ανερχόμενη υγρασία στη βάση των τοίχων που συναντούν το δάπεδο, κυρίως γιατί μέρος της υγροποίησης των υδρατμών «μουλιάζει» το συνδετικό κονίαμα (περίπτωση μαρμάρινων ή άλλων πλακών) ή την εξισωτική τσιμεντοκονία (περίπτωση κεραμικών ή άλλων πλακιδίων), και από το σημείο στο οποίο εφάπτονται του επιχρίσματος, «απορροφάται» από τις τριχοειδείς ηλεκτρικές δυνάμεις και εμφανίζεται ανερχόμενη υγρασία.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε πως λόγω θερμογέφυρας πλέον, που γίνεται από το μη μονωμένο δάπεδο προς τον τοίχο, μπορεί να έχουμε υγροποιήσεις υδρατμών στη βάση ακόμη και θερμομονωμένων τοιχίων μέχρι ασφαλώς ένα ύψος όχι μεγαλύτερο των 40-50 εκατοστών από τη βάση του αμόνωτου δαπέδου.

Η διάκριση μιας υγροποίησης υδρατμών πάνω σε παγωμένες επιφάνειες, από μια εισροή νερού από έξω προς τα μέσα, πέρα από τη συμπτωματολογία (η δεύτερη περίπτωση μεταφέρει πάντοτε άλατα που επικάθονται και δημιουργούν κηλίδες ή υπό τύπου χιόνος σχηματισμούς) είναι εύκολη με τη χρήση μιας αυτοκόλλητης πλαστικής ταινίας πάνω σε τμήμα της επιφάνειας που εμφανίζεται το σύμπτωμα. Αν το νερό εμφανίζεται από την πίσω πλευρά της ταινίας, τότε έχουμε διαρροή από έξω προς τα μέσα. Αν εμφανίζεται από τη μέσα πλευρά (αυτή του εσωτερικού χώρου δηλαδή) τότε το πρόβλημα οφείλεται σε δρόσο, δηλαδή υγροποίηση των υδρατμών πάνω σε χαμηλότερης θερμοκρασίας επιφάνειες.

Προσοχή: Το φαινόμενο αυτό μπορεί να αντιστραφεί το καλοκαίρι και να ομοιάζει με εισροή νερού ενώ είναι υγροποίηση λόγω διαφοράς θερμοκρασίας (έξω ζέστη και δροσιά στο εσωτερικό του κτιρίου). Γι’ αυτό η χρήση της ταινίας πρέπει να γίνεται μόνο την περίοδο του χειμώνα.

 

Γιώργος Μαυρουλέας