Προτάσεις του Πανελληνίου Συνδέσμου Εταιρειών Μόνωσης για τη συνάντηση του Προέδρου του ΤΕΕ κου Αλαβάνου με τον Υφυπουργό Ανάπτυξης

1) Η διεκδίκηση καθιέρωσης επιθεώρησης για την στατική επάρκεια των κτιρίων (δημόσιων και ιδιωτικών). Οι επιθεωρήσεις αυτές θα πρέπει επιβάλλουν στα δημόσια και μεγάλα ιδιωτικά κτίρια που συγκεντρώνουν πολύ κόσμο, υποχρεωτικές αποκαταστάσεις, στα δε μικρότερα ιδιωτικά κτίρια να συμβουλεύουν να προβούν σε αυτές.
Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μεγάλες ανακατασκευές και μερική αναζωογόνηση του κατασκευαστικού τομέα.
 

2) Άμεση κατάληξη στο ζήτημα του ΚΕΝΑΚ και έναρξη των ενεργειακών επιθεωρήσεων για την ενεργειακή βαθμονόμηση-σήμανση των κτίρίων. 
Επειδή η χαμηλή βαθμονόμηση του κτιρίου, θα ρίχνει την εμπορική του αξία (και όχι μόνο) η ενεργειακή αναβάθμιση του κτιρίου θα απαιτήσει νέες επεμβάσεις που θα αναζωογονήσει αρκετά επαγγέλματα της οικοδομής αλλά και παραγωγούς ή εμπόρους δομικών υλικών. Παράλληλα, αυτές οι επεμβάσεις επειδή μπορούν να επιφέρουν ανάπλαση του κτιρίου, μπορούν μέσω ενός κεντρικότερου – γενικότερου σχεδιασμού, να οδηγήσουν και σε αναπλάσεις γειτονιών και πόλεων.

Πρέπει εδώ να διεκδικήσουμε την ανάγκη διατήρησης στοιχείων σχετικά με την κατανάλωση ενέργειας όλων των δημόσιων κτιρίων αλλά και των ιδιωτικών, προκειμένου να μπορεί να υπάρχει αντικειμενική οικονομική αποτίμηση των ενεργειακών απωλειών και ασφαλώς οικονομική αποτίμηση της εξοικονόμησης ενέργειας μετά από συγκεκριμένες επεμβάσεις. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για την εξασφάλιση χρηματοοικονομικών εργαλείων, που δε θα επιβάρυναν τον τελικό καταναλωτή ούτε ένα ευρώ, ενώ παράλληλα θα χρηματοδοτούσαν τα έργα εξοικονόμησης ενέργειας και ανάπλασης μάλιστα (μέσω αυτών) των κτιρίων.

3) Την προώθηση της ιδέας- διαφώτιση της επιχειρηματικής συνεργασίας και ενίσχυση των συνεργατικών σχημάτων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που σε συνεργασία με τράπεζες και μη κυβερνητικούς φορείς (πχ το ΤΕΕ, πολυτεχνείο, ΜΚΟ κλπ) τα λεγόμενα clusters, που θα αναλαμβάνουν τη μελέτη ή και υλοποίηση έργων υποδομών και βελτίωσης του αστικού τοπίου ή ακόμη και του περιβάλλοντος,  είτε με αποπληρωμή των έργων σε βάθος χρόνου και κυρίως μέσα από την οικονομική αποτίμηση (σε μηνιαία ίσως βάση) του οικονομικού οφέλους που θα επιφέρει το συγκεκριμένο έργο είτε με αυτοχρηματοδότηση.
 

4) Τη διεκδίκηση για σύνταξη προγραμμάτων επιδοτήσεων φιλοπεριβαλλοντικών επεμβάσεων στα κτίρια και στις πόλεις ή σε αγροτικές και δασικές περιοχές ή και προγραμμάτων ανάπλασης περιοχών. Οι επιδοτήσεις αυτές μπορούν να αντλήσουν χρήματα κυρίως από ευρωπαϊκά κονδύλια. Προσοχή: η κάθε επιδότηση δεν πρέπει να γίνεται πολύπλοκη ή αντιδημοφιλής. Η απλότητα με την οποία για παράδειγμα, έγινε η επιδότηση στην αλλαγή των κλιματιστικών, είχε τεράστια επιτυχία, ενώ αντιθέτως η πολυπλοκότητα με την οποία διαμορφώθηκε το πρόγραμμα «εξοικονομώ κατ’ οίκον» το έχει καταστήσει αδιάφορο και είναι ολοφάνερο ότι θα το οδηγήσει σε αποτυχία.[Ήδη μάλιστα η Υπουργός κα Κατσέλη δήλωσε μόλις χθες (20/10/2009) ότι η υποχρεωτικότητα του προγράμματος για τρεις εργασίες (κουφώματα, καυστήρες και μονώσεις δωμάτων) καθιστά το πρόγραμμα ανεδαφικό) και ότι αυτό θα αλλάξει.]
Προγράμματα όπως «αλλάζω την πόλη μου», «σώζω τα δάση», «μεταμορφώνω την αγροτική παραγωγή» κλπ είναι μερικές από τις προτάσεις μας. [Οι ονομασίες, είναι καθαρά δικές μας και δεν αναφέρονται σε τρέχοντα προγράμματα, αλλά σε τέτοια που μπορούν να τρέξουν]. Τέτοια προγράμματα απαιτούν υποδομές που μπορούν να αναζωογονήσουν την κατασκευή αλλά και τους παραγωγούς δομικών υλικών, απαιτώντας όμως πιο καινοτόμα προϊόντα. Αυτό όχι μόνο δεν είναι αρνητικό αλλά αντιθέτως θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων (παραγωγών και τεχνικών εταιρειών) έναντι των ξένων.
 

5) Την απαίτηση και διεκδίκηση τήρησης προδιαγραφών ποιότητας τόσο στα προϊόντα όσο και στην εφαρμογή των δομικών υλικών. Κάτι τέτοιο όχι μόνο θα αύξανε την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων παραγωγής δομικών υλικών έναντι των ξένων επιχειρήσεων αλλά θα έφερνε σημαντική αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων τους αλλά και μείωση του αθέμιτου ανταγωνισμού και εξορθολογισμό της αγοράς. Πότε όμως; Μόνο όταν και οι εφαρμοστές των προϊόντων αυτών ξέρουν να διαβάζουν τεχνικές προδιαγραφές, ώστε να μπορούν να επιλέξουν ένα ανταγωνιστικό ελληνικό προϊόν από ένα (για παράδειγμα) γερμανικό αντίστοιχο. Και μόνο βέβαια όταν ο εφαρμοστής έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του πελάτη του σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δεχθεί να του τοποθετήσει ένα ελληνικό προϊόν από ένα άλλο ευρωπαϊκό.
Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τρεις βασικές προϋποθέσεις:

α) τη σύνταξη και ολοκλήρωση των εθνικών προδιαγραφών και ασφαλώς σε πλήρη αρμονία με τις ευρωπαϊκές αντίστοιχες

β) τη δημιουργία σχολών τεχνικής κατάρτισης με υψηλά στάνταρτ εκπαίδευσης, εξέτασης και πιστοποίησης τεχνιτών οικοδομικών επαγγελμάτων και όχι μόνο (δυστυχώς στη χώρα μας δεν υπάρχουν)

γ) την επιβολή επιθεώρησης από αντικειμενικό αξιολογητή, οποιασδήποτε κατασκευής (ασφαλώς δεν αναφερόμαστε σε μερεμέτια)

Είναι αναγκαίο να γίνει κατανοητό από τον τεχνικό, παραγωγικό-επιχειρηματικό αλλά και πολιτικό κόσμο της χώρας, πως δίχως προδιαγραφές και τεχνικό προσωπικό που να γνωρίζει πως να τις εφαρμόζει, η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών μας θα πέσει ακόμα πιο κάτω και τότε τίποτα δε θα μας σώσει.

Ζούμε σε μια εποχή μοναδική ως προς τη δυνατότητα πρόσβασης στην πληροφορία. Ο καταναλωτής μέσα σε λίγη ώρα και μέσα από το διαδίκτυο, μπορεί να αποκτήσει γνώση και να αξιολογήσει την ποιότητα για τα προϊόντα που τον ενδιαφέρουν.

Από την άλλη, ο ορθά καταρτισμένος τεχνικός, γνωρίζει ότι για να μπορέσει να εκτελέσει σωστά ένα έργο, απαιτείται πολλές φορές μεγαλύτερη ποσότητα αλλά και ποιότητα υλικών. Αυτό ανεβάζει το συνολικό τζίρο των εφαρμοστών και των παραγωγών υλικών αλλά ταυτόχρονα σε (μικρό) βάθος χρόνου το αρχικά υψηλότερο κόστος για τον πελάτη, καταλήγει σε κέρδος του. Το κράτος κερδίζει περισσότερα από τον ΦΠΑ, η χώρα εκσυγχρονίζεται αλλά και βελτιώνεται αισθητικά, κερδίζει σε κύρος και ανταγωνιστικότητα κλπ κλπ. Δεν υπάρχει χαμένος από ένα προσανατολισμό στην ποιότητα και στην τεχνική κατάρτιση.
 

6) Η ανάγκη εύρεσης νέων χρηματοοικονομικών εργαλείων. Αυτό σημαίνει πως από τη στιγμή που το κράτος στενάζει κάτω από το βάρος των τεραστίων συσσωρευμένων ελλειμμάτων σε συνδυασμό με την ανέχεια των κατώτερων οικονομικά κοινωνικών στρωμάτων, είναι ανεδαφικό να προσφεύγουμε σε αυτό για να ρίξει χρήμα στην αγορά ή να στηρίξει τις επιχειρήσεις μας. Αυτό κυρίως οι τράπεζες μπορούν να το κάνουν, αλλά και αυτές δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μόλις βγαίνουν (αν βγαίνουν κιόλας) από ένα γερό σοκ που η κρίση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα τους επέφερε και που με κάποια υστέρηση μεταφέρθηκε ή μεταφέρεται  στην πραγματική οικονομία.

Το σοκ, τις έχει καταστήσει συντηρητικές και νομίζω ότι κανείς τραπεζίτης δεν ελκύεται στο να ρίξει χρήμα για την επιβίωση κάποιων επιχειρήσεων, τη στιγμή που δε βλέπει να επιδεικνύουν κάποια στοιχειώδη δυναμική και που προσφεύγουν για την κάλυψη κυρίως παγίων υποχρεώσεών τους. Για να άρουν τις επιφυλάξεις του, απαιτείται οι επιχειρήσεις να τον πείσουν να χρηματοδοτήσει ρεαλιστικές επενδύσεις με προοπτική σίγουρου κέρδους και ότι θα είναι ανταγωνιστικές. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και εμείς ως συλλογικοί επαγγελματικοί φορείς. Η γενική και αόριστη απαίτηση για ρευστότητα στην αγορά, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, όσο και οι ίδιοι δεν είμαστε διατεθειμένοι να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα, να στοχασθούμε και να διεκδικήσουμε ουσιαστικές και υλοποιήσιμες προτάσεις.

7) Ζητούμε να υιοθετηθούν από το κράτος κάποιες γειτονιές, ώστε να προχωρήσουν σε έργα επισκευής, ενεργειακής αναβάθμισης - επάρκειας αισθητικής αλλά και πολιτισμικής ανάπλασής τους (πχ κάποιες πρώην εργατικές πολυκατοικίες) ώστε να αποτελέσει ένα σημαντικό παράδειγμα του πόσο μια τέτοια επένδυση είναι απολύτως συμφέρουσα.

8) Θεωρούμε αναγκαίες τις επεμβάσεις για την θερμομόνωση των κτιρίων και τη μείωση των ενεργειακών τους απωλειών σε όλες τις ζώνες αντικειμενικών αξιών αλλά και σε όλα τα κτίρια ανεξαρτήτως χρόνου κατασκευής (ακόμη και μετά το 1980 που ίσχυσε ο θερμομονωτικός κανονισμός), οι δε ιδιοκτήτες τους που θα προχωρούν σε τέτοιες επενδύσεις, να ανταμείβονται με φορολογικές απαλλαγές ή άλλα φορολογικά κίνητρα.

9) Θεωρούμε ότι πρέπει άμεσα να προχωρήσει των πρόγραμμα «Εξοικονομώ» που αφορούσε τα δημόσια κτίρια, ειδικά όταν έχουν ήδη ολοκληρωθεί οι προτάσεις.

*10) Να δημιουργηθεί τράπεζα ιδεών με προτάσεις για την ανάπλαση της πόλης ή τμημάτων αυτής (πάντα με ένα φιλοπεριβαλλοντικό και κοινωνικό προφίλ) στο υπουργείο.

11) Να σταματήσει η τεράστια υστέρηση στην πληρωμή των δημοσίων έργων που οδηγεί σε μεγάλη ανωμαλία ολόκληρη την αγορά. Κάθε δημόσιο έργο, πρέπει να έχει εξασφαλίσει τη χρηματοδότησή του πριν την έναρξή του. Δεδομένου του τεράστιου οικονομικού ρόλου του δημοσίου στο ΑΕΠ που υπερβαίνει το 60% το μέτρο αυτό κρίνεται εξαιρετικά αναγκαίο και επιτακτικό.

*12) Να ενεργοποιηθούν οι κανονισμοί για την ηχομόνωση των κτιρίων.

13) Το Υπουργείο πρέπει να δεσμευθεί, σε απαντήσεις στις προτάσεις με συγκεκριμένες ημερομηνίες (ο χρόνος είναι πολύτιμος πλέον για όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου) αλλά και στο θέμα της διαβούλευσης με τους παραγωγικούς ή εμπλεκόμενους φορείς, όπως επίσης να δεσμευθεί ότι όλα τα ζητήματα που προκύπτουν και αφορούν ζητήματα συντονισμού μεταξύ διαφορετικών αρμοδίων παραγόντων θα επιλαμβάνεται της ευθύνης συντονιστής που θα ορίζει το ίδιο να τα επιλύει, ώστε να υπάρχει ευελιξία και ταχύτητα.

14) Συστηματική επαφή του Υπουργείου και συνεργασία με τους εμπορικούς ακολούθους των πρεσβειών για τη δυνατότητα συνεργασίας και κυρίως εξαγωγών (προϊόντων ή και υπηρεσιών) και ενημέρωση τους σχετικούς επαγγελματικούς φορείς παραγωγούς δομικών, οι οποίοι με τη σειρά τους να μπορούν να ενημερώνουν τα μέλη τους, υιοθετώντας μια ανοιχτή διαδικτυακή επικοινωνία μαζί τους.

 

Αθήνα, 21 Οκτωβρίου 2009

Με εκτίμηση

Γιώργος Μαυρουλέας,
Πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εταιρειών Μόνωσης (Π.Σ.Ε.Μ.)
τηλ. Επικοινωνίας: 6977606823      2106521112,

gmavrouleas@solon.org.gr

 

Οι προτάσεις που έχουν αστερίσκο * δεν αφορούν το Υπουργείο Ανάπτυξης αλλά θεωρούσαμε αναγκαίο να τις αναγράψουμε.

[ Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εταιρειών Μόνωσης εκπροσωπεί τις εταιρείες που παράγουν, εμπορεύονται ή εφαρμόζουν μονωτικά υλικά (στεγανοποίησης, θερμομόνωσης, ηχομόνωσης, πυροπροστασίας, επισκευών)

TOP